7 λάθη που κάναμε και καταλήξαμε με μια χούφτα μπράβων να χλευάζουν τη μάνα αυτού που δολοφόνησαν

Όπου προσπαθήσαμε να αποφύγουμε τις βαρύγδουπες φανφάρες και να ψηλαφίσουμε κάποιες από τις αιτίες που μας οδήγησαν στα χτεσινά περιστατικά στη δίκη της χ.α. που λίγο πολύ στοιχειοθετούν την υπόθεση πως κάποιοι μαχαιροβγάλτες έχουν την αμέριστη ηθική συμπαράσταση ολόκληρου του κρατικού μηχανισμού.

Αναρωτιόμαστε λοιπόν, πώς στον κόρακα μια κοινωνία μπορεί να φτάσει σε τέτοιο σημείο νοητικής εξαθλίωσης, ώστε να ανέχεται το χλευασμό μιας μάνας από τους υπερασπιστές του δολοφόνου του παιδιού της. Πώς καταλήγει ένας κυβερνητικός μηχανισμός να οργανώνει μια δίκη όπου οι φασίστες υπερασπιστές ενός δολοφόνου εισέρχονται στο δικαστικό μέγαρο υπό την προστασία των ΜΑΤ. Πώς διάολο ανεχόμαστε τα ίδια ΜΑΤ να φοράνε κάμερες με παραλλαγή και το υπουργείο να υποστηρίζει πως πρόκειται για φορτιστή κινητού. Πώς στον κόρακα, άνθρωποι του κοινού ποινικού δικαίου έχουν καταλήξει με θέσεις στη βουλή και όχι στο κελί κάποιας φυλακής.

Ίσως πρέπει να πάρουμε απόφαση, πως γενικά δεν είμαστε και πολύ επαναστατικός λαός

Αφορμή γι’ αυτή τη διαπίστωση, παίρνουμε από άρθρο του lefterianews, που διερωτάται εύλογα αν η ΕΛ.ΑΣ. υποτιμά τη νοημοσύνη μας, όταν χαρακτηριζει την καμουφλαρισμένη κάμερα στη στολή ενός ΜΑΤατζή ως φορτιστή…

Και η απάντηση, παρά το ρητορικό της ερώτησης, θεωρούμε πως είναι, όχι. Δεν υποτιμά τη νοημοσύνη μας. Πολύ απλά, η ΕΛ.ΑΣ., το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και η κυβέρνηση η ίδια, μας έχει γραμμένους στα αρχίδια της. Θεωρούμε δηλαδή πως η απάντηση της ΕΛ.ΑΣ., ήταν ο ευγενικός τρόπος για να πει: «Ναι, κάμερα ήταν, τραβάτε κανά ζόρι; Τι θα μου κάνετε;». Και σε αυτό το σημείο, δε θεωρούμε πως έχει άδικο η ΕΛ.ΑΣ. Τα προσωπικά δεδομένα και τα ανθρώπινα δικαιώματα, είναι πολύ χαριτωμένες εκφράσεις, για να περιγράψουν κάτι το οποίο θα έχεις, για όσο είσαι διατεθειμένος να παλέψεις για να το κρατήσεις.

Προφανώς όμως, ένας λαός που τα τελευταία χρόνια έχει για εθνικό φιλόσοφο το Ράμφο, για εθνικό μπλόγκερ τον Πιτσιρίκο και για αρχηγό του συνδικαλιστικού του κινήματος τον Παναγόπουλο, ίσως, λέμε ίσως, να μη διακρίνεται ιδιαίτερα για το μαχητικό του πνεύμα και για τη διάθεσή του να παλέψει για κάποια πράγματα. Εντάξει, για πολλά πράγματα. Ένα παράδειγμα μπορεί να δει κάποιος στο θέμα της καταπάτησης του προσωπικού απορρήτου και της παραβίασης των προσωπικών δεδομένων, είτε μιλάμε για κάμερες, είτε για κάποιο λογισμικό, η ατάκα που θα ακούσεις τις περισσότερες φορές είναι «Δεν έχω κάτι να κρύψω, όποιος θέλει ας δει τι κάνω. Αυτοί που έχουν να κρύψουν κάτι, πρέπει να φοβούνται».

Και δε λέμε ότι πρέπει να συμβιβαστούμε με την κατάσταση όπως έχει και να σηκώσουμε τα χέρια ψηλά, αλλά ίσως θα πρέπει αυτός να θεωρηθεί ένας κοινός τόπος από τα προοδευτικότερα κομμάτια της κοινωνίας, που αναρωτιούνται πώς θα παρασύρουν μαζί τους και την υπόλοιπη, καθώς και το γιατί αποτυγχάνουν μέχρι τώρα.

Είχαμε για πολλά χρόνια αποδεχθεί τον εθνικισμό, ως κάτι το ανεκτό αν όχι θετικό, στο κράτος

Με τα πιο οπισθοδρομικά κομμάτια της κοινωνίας να βρίσκονται σε αυτή τη σύγχυση και το μαρασμό, δεν είναι περίεργο που υιοθέτησαν ιδέες, η στήριξη των οποίων δημιουργούν ένα πιο φασιστικό και αυταρχικό κράτος, απ’ όσο ούτως ή άλλως μπορεί να γίνει ένα κράτος το οποίο εξουσιάζουν οι χορτασμένοι. Ιδέες δηλαδή που ‘θέλαν να είναι θεμιτός ο εθνικισμός στα σώματα ασφαλείας, όπως στην αστυνομία και το στρατό, με στόχο την «τόνωση του εθνικού φρονήματος» αυτών που θα μας προστατεύσουν από τον εισβολέα. Γιατί ναι μεν θα πας να πολεμήσεις αυτόν που έρχεται να σου τινάξει την οικογένεια στον αέρα, αλλά αν για χρόνια πριν τραγούδαγες το πώς θα κάνεις τα έντερά του κορδόνια για αρβύλες, τότε θα πας με μια δόση χαράς και αυτοπεποίθησης παραπάνω να τον σταματήσεις.

Καταλήγουμε λοιπόν σήμερα, με ένα αστυνομικό σώμα, που στην πλειοψηφία του είναι χρυσαυγίτες σε υπηρεσία ή τούμπαλιν, χρυσαυγίτες που είναι μπάτσοι εκτός βάρδιας. Σώματα ασφαλείας, που ενώ ο τυπικός τους ρόλος είναι η προστασία του πολίτη, ο ουσιαστικός τους ρόλος είναι να γαμήσουν στο ξύλο κάθε κουφάλα αναρχομπάχαλο, κομμούνι, πούστη και λαθροπάκι που θα βρουν στο διάβα τους. Και αυτός ο εθνικισμός, που απ’ ότι φαίνεται λειτουργεί σαν το χαλάκι πάνω στο οποίο πατάει ο φασισμός όταν σου χτυπάει την πόρτα, έγινε ανεκτός και από τα πιο προοδευτικά κομμάτια της κοινωνίας, διαχωρίστηκε σε επικινδυνότητα από το φασισμό και σε ορισμένα σημεία θεωρήθηκε αυθαίρετα κάτι τόσο ηλίθιο, που μάλλον κανένας δε θα το ακολουθούσε ποτέ. Φτάσαμε έτσι, με την υπερβολική μας πίστη στη πολιτικοποίηση του λαού (λολ), να θεωρούμε πως ποτέ δε θα δούμε κάποιο από τα παραπαίδια του Καρατζαφέρη σε κάποια κυβέρνηση.

Δώσαμε χώρο στη θεωρία των δύο άκρων

Μία λιγότερο αστεία αλλά περισσότερο ύπουλη ιδέα, έχει επίσης ριζωθεί σε ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, χάρη κυρίως στην αιματηρή προσπάθεια των ΜΜΕ. Μία ιδέα που θέλει ούτε λίγο ούτε πολύ, να είναι ίδιος ο Παναγιώταρος που μπουκάρει σε ένα σχολείο προσπαθώντας να σταματήσει παιδάκια από το να μορφωθούν, με κάποιον ο οποίος κάνει κατάληψη ή απεργία διεκδικώντας αντίστοιχα καλύτερη ή φτηνότερη παιδεία για όλους.

16143289_1312271858794196_5766095843449822937_n

Μια ιδεολογική παράνοια δηλαδή, που εξυπηρετεί πολλαπλούς στόχους, αφού όχι μόνο εξισώνει το θύτη με το θύμα και αμαυρώνει οποιοδήποτε αγώνα γίνεται για να διεκδικηθεί κάτι, αλλά το σημαντικότερο, αφήνει στο απυρόβλητο την ίδια την έννοια του καπιταλισμού.

Και είναι το σημαντικότερο γιατί:

Ο φασισμός είναι γέννημα θρέμμα του ίδιου του καπιταλισμού

Και κάπου εδώ αρχίζουν τα πραγματικά προβλήματα του κινήματος, του αντιφασιστικού κόσμου και της αριστεράς γενικότερα, αφού ένα μεγάλο κομμάτι της, θεωρεί πως ο φασισμός είναι κάτι το αυτοτελές, εμφανίστηκε γιατί κάτι πήγε στραβά στο οικοδόμημα του καπιταλισμού και της κοινωνίας όπως την οργανώσαμε και πως με μια καλύτερη κυβέρνηση, ή ίσως με κάποιους πιο καλοσυνάτους επιχειρηματίες, ο φασισμός θα σβήσει από μόνος του.

Αρνείται δηλαδή ένα κομμάτι του αριστερού κόσμου, να συνειδητοποιήσει συγκεκριμένα για την περίπτωση του Φύσσα, πως πρόκειται για έναν δολοφονημένο εργάτη, γιο ενός άλλου εργάτη και μιας εργάτριας, από τσιράκια που τα χαρτζηλίκωναν εφοπλιστές. Είναι αυτό το κομμάτι της αριστεράς που ακροβατεί σχεδόν χαρούμενο ανάμεσα στον αντιφασισμό και την αποπολιτικοποίηση. Την ίδια στιγμή όμως, σύσσωμες οι εξουσίες της χώρας, η κυβέρνηση, η βουλή, τα δικαστήρια και τα μέσα ενημέρωσης, προωθούν και ενισχύουν την εικόνα του φασισμού, αφήνοντας όσους ακολουθούν εκείνο το κομμάτι της αριστεράς, να αναρωτιούνται αν πράγματι υπήρχαν τόσοι φασίστες τριγύρω μας και γιατί φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια. Μία απορία δηλαδή, που δε μπορεί να απαντηθεί αν δε φέρεις στο προσκήνιο του προβλήματος, το ίδιο το οικονομικό σύστημα που στηρίζεις και δεν υποδείξεις την αδρή χρηματοδότηση που απολαμβάνουν τα φασιστικά κόμματα από την Ε.Ε.,  καθώς και τη διαφήμιση που γνωρίζουν από τα κανάλια και τις εφημερίδες ιδιοκτησίας εφοπλιστών και εργολάβων.

Και είναι αναμενόμενο να υπάρχει ένα τέτοιο κομμάτι στην αριστερά, το οποίο πασχίζει για την απεμπλοκή του φασισμού από τον καπιταλισμό γιατί ίσως πρέπει να χωνέψουμε ότι

Δεν έχουν όλοι μεταξύ μας τις καλύτερες προθέσεις

Αν έχεις ζήσει στην Ελλάδα τα τελευταία 70 χρόνια, για το μόνο πράγμα που μπορείς να είσαι σίγουρος είναι πως τα προεκλογικά προγράμματα των κομμάτων, καμία σχέση δεν έχουν με τα μετεκλογικά. Έχουν μετατραπεί συνεπώς οι εκλογές, σε ένα στοίχημα που παίζουν οι πολίτες για το ποιος θα τον εξαπατήσει λιγότερο αν γίνει κυβέρνηση. Και αυτό είναι ένα καλό βήμα, όσο τραγικό και αν ακούγεται. Κανένας ας πούμε για παράδειγμα, δεν πίστεψε πως ο Σαμαράς και η ΝΔ, αποφάσισε να κυνηγήσει δικαστικά τη χ.α., λόγω κάποιου ξαφνικού αντιφασισμού, αλλά πολύ απλά γιατί η χ.α. της έκοβε ψήφους.

Παρόλα αυτά, δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε πως το ίδιο μικροκομματικό παιχνίδι, ενδέχεται να παίζει και ο ΣΥΡΙΖΑ, από την ανάποδη πλευρά αυτή τη φορά. Υπάρχει η αίσθηση εκεί έξω, πως εφόσον μια κυβέρνηση αυτοχαρακτηρίζεται ως αριστερή, οφείλει να δείχνει μεγαλύτερη πυγμή απέναντι στο φασισμό. Στην κυριολεξία, υπάρχουν άτομα εκεί έξω που τρέφουν γνήσια απορία για τους λόγους για τους οποίους δεν κάνει κάτι τέτοιο. Μία απορία που παίρνει ως δεδομένες, δύο πολύ σημαντικές υποθέσεις, οι οποίες όμως δεν ευσταθούν. Αφενός πως η συγκεκριμένη κυβέρνηση είναι με κάποιο τρόπο αριστερή, δηλαδή είναι αποφασισμένη να συγκρουστεί με τους χορτάτους της χώρας για χάρη των πεινασμένων και αφετέρου πως η ίδια η κυβέρνηση έχει σε μικρότερη εκτίμηση την εξουσία και τα οφέλη που απολαμβάνει και μοιράζεται με τους εργοδότες της, απ’ ότι μια άλλη, δεξιά(;) ίσως κυβέρνηση.

Επειδή όμως, δεν είμαστε τόσο σίγουροι, αν το παραπάνω σκεπτικό γνωρίζει τόσο ευρείας αποδοχής εκεί έξω όσο φοβόμαστε, ή αν απλά αυτό είναι το κλίμα που δημιουργείται χάρη στην επιχειρηματικοποίηση των ΜΜΕ και του ίντερνετ, καταφεύγουμε στην κοινή γνώμη να δώσει την απάντηση:

Και τα προβλήματα συνεχίζονται.

Έχεις τόσο δυνατότερη φωνή, όσο μεγαλύτερη τσέπη έχει ο εργοδότης σου

Συνεχίζοντας να ζούμε στον καπιταλισμό, όπου τα περισσότερα πράγματα είναι προς αγορά και πώληση, η δυνατότητα να επηρεάζεις κόσμο, δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Αρχικά μέσω των καναλιών και των εφημερίδων και στη συνέχεια μέσω του ίντερνετ, πολιτικά κόμματα και επιχειρηματίες ξοδεύουν μεγαλύτερα ποσά από όσα εισπράττουν άμεσα, προκειμένου να αγοράσουν την ικανότητα να επηρεάζουν συνειδήσεις. Έτσι, δεν έχουμε μόνο επιχειρηματίες που προσπάθησαν να αγοράσουν τηλεοπτικές άδειες σε κόστος που δε δικαιολογεί την επιχειρηματική τους κίνηση, αλλά και πολιτικά κόμματα που ξοδεύουν χρήματα του κρατικού προϋπολογισμού, δηλαδή δικά μας χρήματα, προκειμένου να οργανώσουν διαδικτυακούς στρατούς, μπλογκς και ιστοσελίδες.

Το έκανε η ΝΔ με τα μουρουτοτρόλ, δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να μην το κάνει και ο ΣΥΡΙΖΑ, με τη διαφορά πως οι συγκεκριμένοι έχουν μία ικανότητα παραπάνω στο να το κρύβουν. Τα οικονομικά μεγέθη στα οποία μπορεί να έχει πρόσβαση ένα κυβερνών κόμμα, σε συνδυασμό με τη σχεδόν καθολική δικτύωση σε κάθε κίνημα του ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά, έχουν δημιουργήσει σήμερα καρικατούρες πηγών ενημέρωσης για σημαντικά ζητήματα, που αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στο να διατηρήσουν το αντιφασιστικό τους κοινό και να προστατεύσουν την κυβερνητική πηγή χρηματοδότησης που διαθέτουν. Ταπεινότερο παράδειγμα ίσως, μία από τις πιο γνωστές αντιφασιστικές σελίδές στο facebook, με τίτλο «The Roof-is-on Fire (Antifascist Action – Greece)» με 60.000 περίπου μέλη, η οποία για χάρη της κομματικής της καθοδήγησης, ανήμερα της κρουαζιέρας κυβέρνησης-χ.α. στη Ρόδο, ανέβαζε memes για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

74be0f14-5a3d-4980-aecc-b9590db55f16

Το ίδιο μοτίβο παρατηρείται και με ευυπόληπτα αντιφασιστικά μπλογκ, ιστοσελίδες, ακόμα και με οργανώσεις και κινήματα, στα οποία αρκετός κόσμος βασιζόταν μέχρι και το 2015, για την ενημέρωσή του για θέματα που είχαν να κάνουν με τη χ.α.

Και κάποιος θα αναρωτηθεί, «σοβαρά ρε μεγάλε, το μεγαλύτερο πρόβλημα του αντιφασισμού σήμερα είναι τα κομματικά τρολ;». Ίσως να έχει δίκιο. Από την άλλη όμως υπάρχει ακόμα ένα τελευταίο πρόβλημα που χειροτερεύει τα πράγματα

Δεν έχει αναπτυχθεί καμία ταξική συνείδηση

Όλα τα προβλήματα της ενημέρωσης και της ιδεολογικής κατάντιας της θεωρίας των δύο άκρων, ίσως να ήταν λυμένα, αν είχε καλλιεργηθεί ένα ελάχιστο ταξικής συνείδησης. Μία ελάχιστη κοινή παραδοχή, πως για τα προβλήματα του πεινασμένου, δε φταίει κάποιος άλλος νηστικός, αλλά ο χορτάτος.

Ο κοινωνικός αυτοματισμός που και αυτός έχει καλλιεργηθεί με κόπο και ιδρώτα, γνώρισε μεγάλη χρησιμότητα σε όλους τους χορτάτους στην περίοδο της ανάπτυξης, εκπαιδεύοντας συνεχώς το εκάστοτε κομμάτι της κοινωνίας να δυσανασχετεί απέναντι σε κάποιο άλλο όταν εκείνο απεργεί ή διαδηλώνει για τα δικαιώματά του.

Ακόμα μεγαλύτερη χρησιμότητα έδειξε στην περίοδο της ύφεσης, υποδεικνύοντας στον πεινασμένο, πως δεν πρέπει να ζητάει περισσότερα για να χορτάσει ο ίδιος αλλά να πεινάσει κάποιος άλλος, δημιουργώντας έτσι αξιολάτρευτα και ζουζουνιάρικα κινήματα όπως τα «Μένουμε Ευρώπη» και «παραιτηθείτε» που ανάμεσα στα άλλα, ζητούσαν να απολυθεί κάποιος, προκειμένου να διοριστούν αυτοί. Την αποκορύφωσή του όμως, γνώρισε ο κοινωνικός αυτοματισμός κατά την όξυνση της προσφυγικής κρίσης, όπου ενσταλάχθηκε η ιδέα πως οι πρόσφυγες που έρχονται στη χώρα μας θα αυξήσουν την ανεργία, αδιαφορώντας πλήρως ποιος δημιουργεί και διαιωνίζει την ανεργία. Σοφιστείες δηλαδή, που βρίσκουν χώρο να αναπτυχθούν μόνο υπό συνθήκες παντελούς απουσίας οποιασδήποτε ταξικής συνείδησης.

Σε αυτές τις περιόδους, μαζί με τον κοινωνικό αυτοματισμό, ανδρώθηκε και ο φασισμός που τον χρησιμοποίησε όσο καλύτερα μπορούσε. Υποστήριξε πως για την ανεργία και την πείνα φταίνε οι απεργίες και τα κομμούνια, τα οποία πρέπει να μαχαιρώνονται στους δρόμους. Για την πείνα, φταίνε οι πεινασμένοι πρόσφυγες που φτάνουν θαλασσοπνιγμένοι στη χώρα μας. Για τη δυστυχία του κάθε αδύναμου, φταίει κάποιος άλλος αδύναμος και ποτέ κάποιος ισχυρός.

Και έτσι φτάνουμε στο σήμερα. Με τους δυνατούς, να έχουν στη δούλεψή τους μια «αριστερή» κυβέρνηση με πρόσβαση σε ένα ευρύ φάσμα κινημάτων, φασίστες διατεθειμένους να σκοτώσουν και να μπουν φυλακή για τα αφεντικά τους, εφημερίδες χωρίς δημοσιογράφους αλλά με γραφιάδες που ευχαριστούν τη χ.α., κανάλια με τηλεπερσόνες που χαρακτηρίζουν τη μάνα του Φύσσα «λυτή» και μια μάζα ανθρώπων, να αναρωτιόμαστε αν τελικά ήταν τόσοι πολλοί οι φασίστες ανάμεσά μας και δεν το είχαμε πάρει χαμπάρι.

Και αν στο κλείσιμο του άρθρου, ανησυχείτε πως δεν πήρατε απάντηση για το τι πρέπει να γίνει συγκεκριμένα για τη δίκη της χ.α., να σας καθησυχάσουμε λέγοντάς σας πως δε σας δώσαμε. Όπως αναφέρει ο τίτλος του άρθρου, στόχος μας ήταν εξετάσουμε ενδεχόμενες αιτίες που μας οδήγησαν μέχρι εδώ και αν μπορέσουμε να ξεκινήσουμε και μια συζήτηση. Γιατί για τη δίκη της χ.α. πλέον δε μπορεί να γίνει κάτι άλλο πέρα από αυτό που ήδη γίνεται: Όσοι περισσότεροι μπορούν, κάθε φορά εκεί.

Advertisements

Πες τη γνώμη σου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s