Μια ιστορία ταξικής «δικαιοσύνης»

Αναδημοσίευση από OSARENA


Η αλήθεια είναι, πως σήμερα (31/7/16), δεν είχαμε σαν πρόγραμμα να βγάλουμε το πιο κάτω editorial, μα ένα άλλο κάπως πιο… cyber. Την πραγματική ιστορία που αναφέρεται στην συνέχεια, είχαμε κατά νου να την δώσουμε σε κάποια φιλική ιστοσελίδα που καταπιάνεται επιτυχώς με πιο ευρείας μορφής κοινωνικά θέματα ή να την δημοσιεύσουμε σε κάποια από τις ειδησεογραφικές / αντιενημέρωσης σελίδες που συνεργαζόμαστε. Όμως, αν και ήταν ένα θέμα που το θέλανε, είδαμε πως φοβόντουσαν.

Τι; Μα τι άλλο πέρα από αυτό που φοβόμαστε όλοι οι καθημερινοί άνθρωποι; «Τους νόμους, την δικαιοσύνη, την καταστολή». Και ποιος μπορεί να κατηγορήσει κάποιον για αυτό; Είναι αλήθεια πως αν στην αστική δημοκρατία, αμφισβητήσεις την «δικαιοσύνη» της, μιλήσεις για άδικους νόμους, για ταξικές διακρίσεις και αντιμετωπίσεις, υπάρχουν άλλοι νόμοι και πρόθυμοι λειτουργοί του που μπορούν να σε τιμωρήσουν γι’ αυτό!

Ενώ βρίσκεται στην επικαιρότητα το θέμα με το Noir1 και την πρωτόφαντη στα χρονικά περίπτωση που όλοι είναι αθώοι και ο μόνος ένοχος το πλοίο που μετέφερε τους δυο τόνους (!) κοκαΐνης, πιο κάτω ακολουθεί η ιστορία ενός ανθρώπου (που θα μπορούσε να είναι σχεδόν ο οιοσδήποτε από εμάς), ώστε να μπορούν να γίνουν οι συγκρίσεις αντιμετώπισης της αστικής «δικαιοσύνης».

Έτσι, πήρα την πρωτοβουλία να το δημοσιεύσω εδώ, στο editorial του osarena. Όχι πως δεν φοβάμαι, ποιος θέλει να χάσει την ελευθερία του άλλωστε ή να μπλέξει με όλο αυτό το σύστημα παρωδία; Μα, αν μας κυριαρχεί ο φόβος, θα τον συνηθίσουμε· και, τότε, θα έχουμε χάσει ακόμα και την ελπίδα. Αν και για να πω την αλήθεια, δεν νοιώθω πως κάνω κάτι σπουδαίο ή ξεχωριστό.

– Πριν συνεχίσουμε στην διήγηση, να γίνουν κάποιες διευκρινίσεις:

  1. Η ιστορία είναι επιβεβαιωμένη και υπάρχουν διαθέσιμα όλα τα στοιχεία.
  2. Την ιστορία την ανεβάζω προσωπικά, με δική μου «ευθύνη» (δεν βρίσκω καλύτερη λέξη τώρα) και όχι σαν osarena.

– Η αφήγηση, χωρίς την παραμικρή επέμβαση:

Η ιστορία ξεκινάει το 2008, όταν ένα τηλέφωνο διέκοψε την ρουτίνα της ημέρας και κατά κάποιον τρόπο, σημάδεψε την μετέπειτα ζωή μου. Ήταν το τηλέφωνο που με ειδοποιούσε να πάω γρήγορα στο πατρικό μου σπίτι, κάτι είχε συμβεί στην μητέρα μου. Έχοντας ένα ιστορικό ασθένειας τα τελευταία χρόνια, κατάλαβα, ένοιωσα (δεν μπορώ να το περιγράψω) πως η μητέρα είχε πεθάνει.

Η αλήθεια όμως, ήταν ακόμα πιο σκληρή αφού είχε πράγματι τελειώσει, μα μετά από ένα τραγικό ατύχημα πτώσης της από το μπαλκόνι μετά από μια υποχώρηση των κάγκελων.
Οι στιγμές αυτές είναι ακόμα θολές στο μυαλό μου. Αυτό που είδα ήταν κάτι που ξεπερνούσε κάθε τι από τα όσα μπορούσα να αντιληφθώ εκείνες τις στιγμές. Πιο πολύ είναι οι εικόνες που είχα από τους εφιάλτες που έβλεπα το επόμενο διάστημα. Σωματικά, βρισκόμουν σε μια κατάσταση έντασης που κάποια 24ωρα μετά ήρθε σαν μορφή κούρασης μα με έναν ύπνο γεμάτο άσχημες εικόνες, πτώσεις από το μπαλκόνι και σμπαραλιασμένα σώματα.
Δεν ξέρω το γιατί, μα αυτό που μου είχε μείνει πολύ έντονα ήταν ο μπάτσος που ζήταγε μια σακούλα για να μαζέψει τα υπολείμματα.
Αυτό δεν ξέρω για πόσο ακριβώς διάστημα κράτησε, ήταν πολύ θολή η αντίληψή μου την εποχή εκείνη, μα ήταν κάμποσοι μήνες μιας αέναης καθημερινότητας και ενός ύπνου με συνεχή πετάγματα και δυσκολίας στην αναπνοή.

Σε καμία περίπτωση, δεν ήμουν διατεθειμένος να ακούσω τις συμβουλές που μου έλεγαν, να πάω σε κάποιον ψυχίατρο να μου γράψει κάτι για να μπορώ να κοιμάμαι.
Οι λόγοι ήταν πως αφενός δεν θεωρούσα τους ψυχιάτρους ως πραγματικούς γιατρούς και τα ψυχοφάρμακα σαν ιάματα και αφετέρου – ακόμα πιο σημαντικό – πως τα ψυχοφάρμακα ήταν αυτά που οδήγησαν την μητέρα μου στην αρρώστια. Το έβλεπα να συμβαίνει με τα χρόνια και συγχρόνως έβλεπα πόσο εξαρτημένη ήταν από αυτούς τους γιατρούς και τα φάρμακα – αμετάπειστη στην όποια παρότρυνσή μας και προσπάθεια τα οποία τελικά και οδήγησαν στην κατάπτωσή της σαν άνθρωπος.
Έπρεπε όμως, να γίνει κάτι, ώστε να μπορώ να κοιμάμαι όσο το δυνατόν πιο κανονικά, χωρίς τους εφιάλτες αυτούς μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, να ανακτήσω δυνάμεις, το απολεσθέν σωματικό βάρος και όλα όσα χρειάζονταν για να μπορέσω να συνεχίσω. Βλέπετε, εκτός των άλλων, η ζωή δεν κοιτά ποτέ την μελαγχολία, θλίψεις και απώλειες κανενός, μα συνεχίζει.

Από κάποια ταξίδια μου στο εξωτερικό, είχα εκτιμήσει τις ιδιότητες της κάνναβης, τόσο στην χαλάρωση, όσο και σε άλλα πράγματα, ένα εξ’ αυτών και την ευεργετικής της χαλάρωσης στον ύπνο. Άλλωστε, ποτέ δεν την θεωρούσα σαν ναρκωτικό και γνώριζα σχετικά.
Επειδή στην ελληνική πραγματικότητα ήξερα πως αυτά που κυκλοφορούσαν, για το πόπολο έστω, ήταν χαμηλής ποιότητας, δεν είχα ασχοληθεί και έτσι δεν είχα και τις ανάλογες επαφές. Αν όμως ψάχνεις και ψάχνεσαι, τελικά βρίσκεις αυτό που θες.
Για να μην μακρηγορώ λοιπόν, κατάφερα και βρήκα «άκρη» με υψηλής ποιότητας προϊόν, το οποίο πράγματι έφερε αποτελέσματα και αν μη τι άλλο βρήκα τον ύπνο μου.

Το ίδιο διάστημα είχα ξεκινήσει τις διαδικασίες για να φύγω από την Αθήνα προκειμένου να μεταβώ στην επαρχία, στον τόπο καταγωγής μου.
Τελικά, μια θέση κοντά στην περιοχή προέκυψε σχεδόν δυο χρόνια αργότερα (τέλη του 2009) και έτσι έκανα την μετακόμιση.
Ανά κάποιους μήνες πήγαινα ταξίδι στην Αθήνα, λίγο για να δω φίλους και λίγο για να προμηθευτώ κάνναβη αφού δεν ήθελα να μπω σε τέτοια διαδικασία στην νέα περιοχή που μετακόμισα.
Όπως όμως, λέει η παροιμία: «αν πας στην βρύση κάθε μέρα για νερό, κάποια στιγμή η στάμνα θα σου πέσει».
Έτσι λοιπόν συνέβη, όταν κάποια στιγμή, σε ταξίδι της επιστροφής μου, σε τυχαίο μπλόκο στην δρόμο με ελέγξανε και βρήκανε επάνω μου μια ποσότητα που την είχα προμηθευτεί για να μπορέσω να περάσω τον χειμώνα που ερχότανε, ώστε να μειώσω τα ταξίδια στην Αθήνα (που κόστιζαν και πολύ), σε 2-3 τον χρόνο.
Βλέπετε, από την μια ήταν η έλλειψη εμπειρίας μου ώστε να το «καβατζάρω» και από την άλλη πως δεν ήταν και το πρώτο μου ταξίδι, είχαν ήδη προηγηθεί λίγα ακόμη. Η ποσότητα των 130 γραμμαρίων κάνναβης υψηλής ποιότητας που την είχα πάρει 260 ευρώ (αν η τιμή φαίνεται μικρή σε όσους και όσες ξέρουν, όπως είπα και πιο πριν, είχα βρει την «άκρη» που αντίθετα με τα όσα πιστεύει ο μέσος αστός, δεν ήταν ούτε «παρακμιακή», ούτε «περιθωριακή», ούτε κάτι άλλο. Είναι επίσης προφανές πως, με την αντιστοιχία ποσότητας και χρόνου που θα γινόταν η κατανάλωση, δεν θα συγκαταλεγόμουν στους σκληρούς «χρήστες». Αντίθετα μάλλον θα θεωρούμουν σκληρός καπνιστής αφού κάπνιζα (και καπνίζω) υπερβολικά πολύ. (Ο καπνός όμως είναι νόμιμος, έτσι δεν είναι;)

Από εδώ και πέρα, αρχίζει η άλλη πτυχή της ιστορίας.

Παρακάμπτοντας το στυλ και την συμπεριφορά των μπάτσων την στιγμή της σύλληψης, ας πούμε πως είναι μέρος της διαδικασίας αυτού που θεωρούν δουλειά τους, ήξερα πως θα ακολουθούσε κρατητήριο και μια διαδικασία που τέλος πάντων δεν μου ήταν παντελώς άγνωστη, μα ποτέ πριν για «ναρκωτικά« (αφού σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία θεωρείται σαν τέτοιο).
Ενώ ήδη, ήταν κάποιες ώρες πριν το ξημέρωμα, ακολούθησε η γνωστή διαδικασία εξακρίβωσης ταυτότητας (που δεν είχα) και κρατητήριο. Για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, ίσως η έντονη κούραση, ίσως σαν εσωτερική αυτοάμυνα, ήταν ο μοναδικός ύπνος εδώ και χρόνια που ήρθε σε δευτερόλεπτα, χωρίς καμία αναταραχή ή όνειρο μόλις έπεσα στο στρώμα στο πάτωμα σε έναν χώρο που μύριζε κάτουρο και υγρασία.
Το πρωί ακολούθησε η διαδικασία φωτογραφιών, αποτυπωμάτων, καταγραφής τατουάζ και πιο μετά το απόγευμα (ήταν Σάββατο) στον εισαγγελέα υπηρεσίας της περιοχής που έγινε η σύλληψη.
Βρέθηκα απέναντι σε μια γυναίκα που με κοίταξε σαν σκουπίδι, διακατεχόταν από νευρικά τικ και πολύ έντονες κινήσεις σε ό,τι έκανε, με κάτι που έβγαζε επιθετικότητα (;) πολλά νεύρα (;). Δεν ξέρω πώς να το χαρακτηρίσω, ήταν θολές εκείνες οι στιγμές, σαν να τις ζεις σε όνειρο ή παρατηρητής, και πλέον το πέρασμα των χρόνων δεν βοηθάει.
Στην ανοιχτή της τσάντα που είχε επάνω στο γραφείο της, είδα ολοκάθαρα ένα κουτί από (ψύχο) φάρμακα που το ήξερα αφού τα ίδια έπαιρνε κάποτε και η μητέρα μου.
Χωρίς να με κοιτάξει δεύτερη φορά, με ρώτησε (ενώ ήταν σκυφτή σε κάποια χαρτιά), γιατί το είχα επάνω μου κλπ. Της είπα την αλήθεια για τον λόγο που το έκανα και αμέσως με κοίταξε με ένα πολύ άγριο βλέμμα και μου είπε:

«Δηλαδή όποιος έχει δει νεκρή την μάνα του, θα πρέπει να παίρνει κάνναβη;»

Ένοιωσα να μου ανεβαίνει το αίμα το κεφάλι εκείνη την στιγμή, νομίζω δεν χρειάζεται να εξηγήσω το γιατί. Δεν θυμάμαι αν εκείνη την φορά είχα ελεύθερα χέρια ή με χειροπέδες, μα είτε με το χέρι, είτε με το βλέμμα, έδειξα προς την τσάντα της και της είπα:

«Ναι, από το να παίρνει ψυχοφάρμακα, χίλιες φορές καλύτερα».

Τα έχω αρκετά συγκεχυμένα ως προς το τι ακολούθησε. Θυμάμαι να έχει σηκωθεί όρθια και να φωνάζει πολύ δυνατά, δεν θυμάμαι αν ήταν μπάτσος μέσα όταν μου μίλαγε ή αν μπήκε (νομίζω πως ήταν), και με έβγαλαν έξω.
Η επόμενη καθαρή μνήμη που έχω είναι στο περιπολικό, όταν με επέστρεφαν στο κρατητήριο και τον μπάτσο που ήταν συνοδηγός να μου λέει πως την νευρίασα και θα εξαντλήσει τις ημέρες κράτησης (4), οπότε θα έμενα μέσα μέχρι την Τρίτη που θα πέρναγα και από τον ανακριτή.

Δεν νομίζω να έχει σημασία να περιγράψω αυτές τις μέρες, μα δεν θα ξεχάσω τι μου είπε ένας μπάτσος γραφείου που με είχε δει το Σάββατο το πρωί στο κρατητήριο και μετά ξανά την Δευτέρα το απόγευμα που είχε βάρδια:
«Ακόμα εδώ είσαι εσύ; Εδώ τον άλλον, πριν κάποιες μέρες, τον πιάσανε με πόσα κιλά ηρωίνη και έφυγε την άλλη μέρα…».

Ας μην μακρηγορώ, την Τρίτη έδωσα κατάθεση και στον ανακριτή, ενώ πιο πριν (ή μετά, δεν θυμάμαι καλά), πέρασα ξανά από την εισαγγελέα που είχε μπροστά της ένα τεράστιο βιβλίο για την κάνναβη και την καταπολέμησή της και τελικά μου επέβαλε τα εξής μέχρι την διεξαγωγή της δίκης:

     – Μηνιαία παρουσία στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής μου
     – Εγγύηση 500 ευρώ
     – Απαγόρευση εξόδου από την χώρα
     – Κατάσχεση (ούτως ή άλλως είχε συμβεί) του αυτοκινήτου μου.

Αρκετούς μήνες αργότερα, έκανα αίτηση (μια συνήθης διαδικασία σε τέτοιες περιπτώσεις) για να μου αποδοθεί το αυτοκίνητο για χρήση (αφού ως κατασχεμένο ανήκει στο δημόσιο) μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.
Αρκετούς μήνες πιο μετά, ήρθε η απορριπτική απάντηση από την ίδια εισαγγελέα, με την αιτιολογία πως χαρακτηρίζομαι σαν ύποπτος για εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών (κάνναβης στην προκειμένη).
Ο λόγος που το ζητούσα, πέρα από όλα τα άλλα, ήταν πως ήταν το μοναδικό μέσον ώστε να μπορώ να επισκέπτομαι τον υπερήλικα πάτερα μου, ο οποίος διαμένει κάποια χιλιόμετρα πιο μακρυά, σε μικρό χωριό της περιοχής.

ktsx

Και έτσι περάσανε τα χρόνια μέχρι που έγινε και το δικαστήριο.

Οφείλω να ομολογήσω πως τόσο η πρόεδρος όσο και ο εισαγγελέας της συγκεκριμένης έδρας με εκπλήξανε, ως προς την καθαρότητα που βλέπανε τα πράγματα κατά την διαδικασία της απολογίας μου και βάσει των ερωτήσεων που μου κάνανε. Όσο θυμάμαι, ο εισαγγελέας είχε πει ήδη δυο φορές «αθώος» πριν ολοκληρώσω.

Από εκεί και πέρα, έχοντας ήδη χρεωθεί αρκετά προκειμένου να πληρώσω την δικηγόρο και τα δικαστικά έξοδα, θεώρησα πως ήταν θέμα ημερών προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες ώστε να παραλάβω, στην όποια κατάσταση, το αυτοκίνητο και να μου επιστραφεί η εγγύηση των 500 ευρώ.
Όπως αποδείχτηκε όμως, τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά:

Τα χαρτιά για να γίνει αυτό, χρειάστηκαν εφτά (7) μήνες!

Πίστεψα πως πλέον τελείωσε όλο αυτό, πηγαίνοντας να τα πάρω, μα ακόμα μια φορά διαψεύστηκα, αφού το κράτος «δικαίου» δεν σταματάει να εκπλήσσει με την βία και την εκδικητικότητα που έχει προς τους καθημερινούς ανθρώπους.
Αφού τελείωσα με την γραφειοκρατία, φωτοτυπίες, χαρτόσημα κλπ, με ενημέρωσαν πως θα πρέπει να τα υποβάλω εκ νέου, σε ένα άλλο γραφείο που βρισκόταν λίγα μέτρα πιο κάτω από το γραφείο που τα εξέδωσε και τα παρέλαβα!
Τα υπέβαλα λοιπόν ξανά και μου είπαν πως θα χρειαστούν άλλες 10 με 12 ημέρες περίπου ώστε τα χαρτιά να πάνε στην υπηρεσία που ευρισκόταν το αυτοκίνητο!
Όσο για το πού βρισκόταν, ήταν κάτι που κανένας δεν ήξερε να μου πει και αυτό επειδή πλέον όλα τα κατασχεμένα πηγαίνανε στο Τελωνείο αντί του ΟΔ.ΔΥ (οργανισμός διαχείρισης δημοσίου υλικού) και στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν δυο «μάντρες». Η μια πολλά χιλιόμετρα μακριά έξω από την πόλη και μάλλον, όπως μου είπαν, θα ήταν εκεί. Κάνοντας ένα ταξίδι σχεδόν 30 χιλιομέτρων και χάρη στην καλή διάθεση του φύλακα της μάντρας, είδα πως το αυτοκίνητο δεν βρισκόταν εκεί και έτσι, το πιο σωστό (όπως με συμβούλεψε), θα ήταν να απευθυνθώ στα κεντρικά γραφεία του Τελωνείου. Επιστροφή λοιπόν και ανεύρεση των κεντρικών του τελωνείου.
Εκεί, μετά από ψάξιμο σε φακέλους μέσα σε χαρτόκουτα (!!), έμαθα πως το αυτοκίνητο δεν υπήρχε πλέον αφού είχε πουληθεί!
Έκπληκτος και σοκαρισμένος έμαθα πως το 2013 άλλαξε η σχετική νομοθεσία και σύμφωνα με το άρθρο 13 του νόμου 4138/2013, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 6 του ν. 3938/2011 (Α” 226), τα κατασχεμένα οχήματα από παράνομες δραστηριότητες θα διατίθενται στην Ελληνική Αστυνομία προς χρήση και ιδιοκτησία. Σε περίπτωση που εκδοθεί απαλλακτική απόφαση από το δικαστήριο ή διαταχθεί η απόδοσή του, ο ιδιοκτήτης του οχήματος θα καλείται να αποδεχτεί την αποζημίωση που θα ορίζει το δημόσιο «ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ» αλλιώς έχει την δυνατότητα να προσφύγει στα διοικητικά δικαστήρια για την διεκδίκηση μεγαλύτερου ποσού, ύστερα από 12 χρόνια δικαστικών αγώνων στα διοικητικά δικαστήρια.
Το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούμουν ήταν στα 1.749 ευρώ όπως με ενημερώσανε. Να σημειώσω εδώ, πως η αξία του αυτοκινήτου το 2012 όπου και αποκτήθηκε, ήταν 30.000 ευρώ (το απέκτησα μετά από ένα χρέος 25.000 που μας οφειλόταν από ιδιώτη και συνιδιοκτήτη εταιρείας εμπορίας αυτοκινήτων και καθώς είχε αδυναμία καταβολής των μετρητών, αυτή έγινε με την παραχώρηση του αυτοκίνητου. Ήταν μια εποχή που ούτως ή άλλως θα προχωρούσα στην αγορά νέου αυτοκίνητου, μα σίγουρα όχι τόσο ακριβού αφού δεν μπορούσα) και συνολικά είχα κάνει περίπου μόλις 40.000 χιλιόμετρα.

Είκοσι ημέρες πιο μετά πήγα ξανά στο Τελωνείο (αφού όπως είπα πιο πριν, χρειαζόταν ορισμένες εργάσιμες προκειμένου να πάει εκεί το χαρτί από τα δικαστήρια). Εκεί, μου είπαν να υποβάλλω το αίτημα με fax (!).
Έτσι τώρα, συμπληρώνοντας 8 μήνες από το αποτέλεσμα της δίκης, θα πρέπει εντός της επόμενης εβδομάδας να υποβάλλω νέα αίτηση προκειμένου να μου αποδοθεί η ψωραλέα «αποζημίωση» και τα 500 ευρώ της εγγύησης. Αυτά όπως με ενημέρωσαν, θα τα πάρω σε περίπου 5 με 6 μήνες πιο μετά, δηλαδή (καλώς εχόντων) τον Γενάρη του 2017 !!!

Η παράνοια όμως, δεν έχει τελειωμό. Όπως γνωρίζετε, το προηγούμενο διάστημα ήταν η διαδικασία υποβολής των φορολογικών δηλώσεων. Λίγες ημέρες πριν ξεκινήσω τον τελικό (;) μαραθώνιο με την διαδικασία παραλαβής, υποβολής, ξανά-παραλαβής και ξανά-υποβολής των εγγράφων, έλαβα ένα σημείωμα από την εφορία που με καλούσε να πληρώσω ένα πρόστιμο 720 ευρώ.
Τι αφορούσε αυτό; Την πληρωμή των τελών κυκλοφορίας του κατασχεμένου και πουλημένου από το κράτος, αυτοκινήτου από το 2012 !!!
Τώρα λοιπόν, πρέπει να προβώ σε μια νέα διαδικασία ανεύρεσης και κατάθεσης εγγράφων που να αποδεικνύουν πως όντως το αυτοκίνητο ήταν κατασχεμένο και πως δεν το είχα στην κατοχή μου αυτά τα χρόνια. Σε απλά ελληνικά, να αποδείξω πως δεν είμαι ελέφαντας. Μάλιστα, όπως έμαθα, δεν αποκλείεται αυτή η ενημέρωση στο φορολογικό μου μητρώο να πάρει περισσότερο διάστημα να γίνει και αυτό θα σημαίνει πως το ποσόν αυτό θα αφαιρεθεί από την «αποζημίωση» και μετά, θα πρέπει να ξαναμπώ σε μια νέα διαδικασία συγκέντρωσης και υποβολής αποδεικτικών.
Και στα υπόψιν πως όλα αυτά τα χαρτιά θα αναγράφουν τους λόγους (σύλληψη, ναρκωτικά κλπ). Δηλαδή δεν υπάρχει προσωπικό απόρρητο, όπως λέγεται και όπως ισχύει τύποις νομοθετικά. Επίσης, για όλα αυτά θα πρέπει να μεταβαίνω σε άλλη πόλη, καθώς εδώ που βρίσκομαι έχουν καταργήσει την εφορία και άλλες υπηρεσίες.
Ενημερωτικά, να πω, ότι αφαιρώντας το ποσόν που καταβάλλω για ενοίκιο, καλούμαστε να ζήσουμε δυο άνθρωποι με 645 ευρώ τον μήνα και να καλύπτουμε κάθε απρόοπτο, όπως αυτά για παράδειγμα.

Επιγραμματικά λοιπόν, βλέπουμε πως η ελληνική «δικαιοσύνη» χρησιμοποιεί και τη ρομφαία (σπαθί) που κρατάει, μα και είναι τυφλή. Το πρώτο το χρησιμοποιεί αμείλικτα σε καθημερινούς ανθρώπους όπως εμείς, και είναι τυφλή όταν πρόκειται για την άρχουσα ελίτ / μαφία.

Δεν θα αναφερθώ στην ακόμα μεγαλύτερη υποβάθμιση της ζωής μου όλα αυτά τα χρόνια. Ούτε στα χρέη που έχουν δημιουργηθεί προκειμένου να αντιμετωπίσω τα δικαστικά έξοδα και όλες αυτές τις μετακινήσεις. Ούτε στο τι σημαίνει αυτό σε μια κλειστή κοινωνία. Ούτε στην επίπτωση που όλο αυτό το άγχος και η στεναχώρια επέφεραν στην υγεία μου.

Αυτή είναι μια ιστορία με τις προεκτάσεις της που αντιμετωπίζει ο καθένας καθημερινός άνθρωπος εκεί έξω. Σε ένα σύστημα που ονομάζεται «δημοκρατία» και «δικαιοσύνη».
Δεν είναι μονό αυτός ο νόμος άδικος. Όλοι οι νόμοι έτσι είναι φτιαγμένοι. Για να έχουν εκδικητικό ρόλο έναντι των απλών ανθρώπων. Και αυτό το άδικο σύστημα το υπηρετούν άνθρωποι που φέρονται σαν ρομπότ και με φόβο. Τον ίδιο φόβο που έχει ολόκληρη η κοινωνία και που στην τελική πηγάζει από τον φόβο της «δικαιοσύνης», των νόμων και της απρόσωπης ταξικής επιβολής τους.

Πες τη γνώμη σου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s