Πεθαίνουμε;

Δε γράφω συχνά τη γνώμη μου σε αυτό το μπλογκ. Συνήθως θα βρω κάποιο θέμα της επικαιρότητας, θα το ψάξω λίγο παραπάνω και θα γράψω ένα κείμενο γεμάτο παραπομπές, που πιο πολύ θυμίζει κείμενο που όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει δημοσιογραφική έρευνα, παρά ένα άρθρο σε προσωπικό blog.

Αλλά έπεσα πάνω στην είδηση για τον άνθρωπο από το Πακιστάν που έβαλε τέλος στη ζωή του σε ένα δρόμο της Λάρισας. Και τι να γράψεις γι’ αυτό; Τι να ψάξεις και τι να συγκρίνεις; Ένας άνθρωπος οδηγήθηκε στην αυτοκτονία στην Ελλάδα, επειδή δεν είχε να φάει, το 2016. Τέλος με τις πληροφορίες.

Από εκεί και πέρα μόνο υποθέσεις μπορείς να κάνεις. Για κάποιον που ξεκίνησε από την άλλη μεριά της γης, πέρασε βουνά και θάλασσες, για να φτάσει στην ευρώπη των λαών και της δημοκρατίας. Μόνο όμως για να βρει τις πόρτες κλειστές και να ξεμείνει σε έναν τόπο όπου κατοικεί ένας πολύ περίεργος λαός. Μπορείς να υποθέσεις πως ανήκε σε κάποια θρησκευτική ή φυλετική μειονότητα του Πακιστάν, από αυτές που δεν είναι πολύ ευπρόσδεκτες εκεί. Ίσως να απειλήθηκε ο ίδιος, ή να σκότωσαν κάποιον συγγενή του. Ίσως η οικογένειά του να μάζεψε ό,τι είχε και δεν είχε, για να καταφέρει να πληρώσει τους δουλέμπορους που θα οδηγούσαν το παιδί τους σε μια ασφαλή χώρα. Κάπου όπου δε θα τον κυνηγάνε για τη θρησκεία του και τη χρώμα του όπως στον τόπο του και όπου ένοπλοι δεν τριγυρνάνε δεξιά και αριστερά σκοτώνοντας στο όνομα του θεού τους και του υπεράκτιου αφεντικού τους. Μπορείς να υποθέσεις επίσης ότι φεύγοντας άφησε πίσω τους δικούς του ανθρώπους. Μάνα, πατέρα, ηλικιωμένους. Αυτούς που έκριναν πως σημασία έχει να ζήσει το παιδί και αφού τα λεφτά δε φτάναν για όλους, καλύτερα να φύγει αυτός. Να προσπαθήσει να φτιάξει μια φυσιολογική ζωή.

Και έφτασε στον πιο παράξενο τόπο του κόσμου ίσως. Στην πίσω αυλή της ηπείρου που πήρε το νόμπελ ειρήνης. Εκεί σταματάει το ταξίδι του, αποφάσισαν αυτοί που κατέστρεψαν τον τόπο του. Σε έναν τόπο όχι πιο αφιλόξενο από τους άλλους. Σίγουρα όχι. Αλλά σε έναν τόπο που έχει εξοικειωθεί με τη δυστυχία και την εξαθλίωση. Επί έξι συνεχόμενα χρόνια, οι σοφοί αυτού του τόπου, πείθουν τους πεινασμένους, πως η πείνα τους είναι για το καλό τους. Επί έξι συνεχόμενα χρόνια, αυτός ο τόπος μετράει αντίστοιχες αυτοκτονίες, ανθρώπων που δεν κατάφερναν να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαΐ για τους ίδιους, αλλά ακόμα χειρότερα ούτε για τους δικούς τους. Έχουν γίνει οι αυτοκτονίες, τόσο μέρος της καθημερινότητάς μας, που έχουμε σταματήσει και να τις μετράμε. Και ζητάνε από τους πεινασμένους, οι άρχοντες του τόπου, και άλλη πείνα. Και άλλη εξαθλίωση. Να βάλουμε περισσότερη πλάτη. Φτύνουν στα μούτρα, όποια αντίδραση και κοροιδεύουν τους από κάτω: “Αν δεν πεινάσετε, πώς θα ρθει η ανάπτυξη; Αν δεν υποφέρετε πώς θα έρθουν οι δουλειές; Ξέρετε κάποιο σύστημα που να δουλεύει καλύτερα;”. Και ο θεός της ανάπτυξης, ακόμα να συγκινηθεί και να ‘ρθει, παρόλο το αίμα που έχουμε θυσιάσει στο βωμό του.

Σε αυτό τον τόπο βρέθηκε εγκλωβισμένος και ο ήρωας της ιστορίας μας. Μπροστά δε μπορεί να πάει. Πίσω δε μπορεί να γυρίσει. Σε “κέντρα φιλοξενίας προσφύγων” δεν είναι καλοδεχούμενος, αφού η χώρα του έχει κριθεί απόλυτα ασφαλής και άρα είναι τυπικά “παράτυπος μετανάστης”. Είτε θα απελαθεί και θα βρεθεί πίσω στην πατρίδα του, είτε ακόμα χειρότερα θα καταλήξει στο σκοτάδι κάποιας φυλακής στην Τουρκία.

Εγκλωβίστηκε μαζί με άλλα δέκα εκατομμύρια σε μια μεριά της γης, που περιμένουν όλοι μαζί να πεθάνουν. Δεν ήρθε για να επιβάλει τη σαρία. Δε τον είδα να ζωστεί με εκρηκτικά για να ανατιναχθεί. Δε βίασε γυναίκες και δε λήστεψε. Προσαρμόστηκε γρήγορα στα έθιμα του λαού που συνάντησε και έτσι κατέληξε να ζητάει ένα πιάτο φαΐ, όπως όλοι οι υπόλοιποι.

Σε έναν τόπο όμως, όπου τίποτα δε δουλεύει, έτσι όπως λέει πως δουλεύει, ακόμα και το φαΐ είναι είδος πολυτελείας. Ακριβοπληρωμένο και δυσεύρετο αν είσαι πρόσφυγας και ο νόμος (αλήθεια ποιος νόμος;) ορίζει ότι θα το πάρεις μόνο από τα χέρια μιας ΜΚΟ, που έχει κάνει δουλειά την αλληλεγγύη. Μιας ΜΚΟ που πιθανότατα κανένας δεν ξέρει το όνομά της και το πόσα λεφτά της έχουν δωθεί, εκτός από το χρηματοδότη της. Αν είσαι ντόπιος, μπορεί να βρεις λίγο πιο εύκολα το φαΐ της ημέρας. Κάποια μάνα, κάποιος πατέρας, που έχουν ακόμα το προνόμιο της σύνταξης, μπορεί να σε ταΐσουν, για να πλησιάσεις μία μέρα πιο κοντά, ώστε να βρεθείς στη θέση του φίλου μας από το Πακιστάν. Και τότε δε θα χει σημασία, ούτε το χρώμα, ούτε η θρησκεία, ούτε η γλώσσα, γιατί η πείνα είναι ίδια για όλους. Δεν κάνει διακρίσεις και δε σου χαρίζεται ανάλογα με το αν έχεις γνήσιο ελληνικό αίμα. Η μόνη διάκριση που θα φαίνεται τότε, θα είναι αυτή ανάμεσα σε νηστικούς και σε χορτάτους.

One thought on “Πεθαίνουμε;

Πες τη γνώμη σου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s