Σαν φάρσα…

Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές αισθάνομαι το πρόσωπό μου αγκυλωμένο. Ο λόγος περνάει κοπιωδώς από τα δάχτυλά μου στο πληκτρολόγιο, με σπασμωδικά, βάναυσα χτυπήματα. Οι σκέψεις μου είναι ένας αχταρμάς από την οργή που προσπαθεί να τις κυριεύσει και με δυσκολία καταφέρνω να τις βάλω σε μία σειρά ώστε να βγάζουν νόημα.

Ο φασισμός είναι το δεκανίκι του καπιταλισμού. Γιαυτό ο καπιταλισμός τον προστατεύει σαν κόρη οφθαλμού, ακόμα και όταν αυτός (ο φασισμός), παριστάνει τον αντικαπιταλιστικό και αντισυστημικό. Στην πραγματικότητα δεν είναι παρά η εξόφθαλμα βάρβαρη μορφή του καπιταλισμού, η οποία τον συντηρεί όταν οι συνθήκες καλούν σε άνοιγμα κεφαλιών των εργατών και σε μαφιόζικα, δολοφονικά χτυπήματα ενάντια σε όσους αντιστέκονται με τρόπο επικίνδυνο για τον καπιταλισμό, ή τους λακέδες του.

Πολύ καλύτερα από εμένα έχει μιλήσει για το θέμα στο παρελθόν ο Μπέρτολτ Μπρέχτ. Σε ένα απόσπασμα μιας ομιλίας του, που έχει επαναληφθεί τόσο πολύ τα τελευταία χρόνια, που κοντεύει να γίνει κοινός τόπος, μας λέει:

“Αυτοί που είναι αντίπαλοι του φασισμού χωρίς να είναι αντίπαλοι του καπιταλισμού, αυτοί που παραπονιόνται για τη βαρβαρότητα που αίτια τάχα έχει τη βαρβαρότητα την ίδια, μοιάζουν με ανθρώπους που θέλουν το μερτικό τους από το αρνί χωρίς όμως να σφαχτεί το αρνί. Θέλουν να φάνε το κρέας, να μη δουν όμως τα αίματα. Αυτοί θα ικανοποιηθούν αν ο χασάπης πλύνει τα χέρια του προτού φέρει το κρέας στο τραπέζι. ∆εν είναι κατά των σχέσεων ιδιοκτησίας, που προκαλούν τη βαρβαρότητα, παρά μονάχα κατά της βαρβαρότητας, υψώνουν τη φωνή εναντίον της, κι αυτό το κάνουν από χώρες όπου κυριαρχούν οι ίδιες σχέσεις ιδιοκτησίας, όπου όμως οι χασάπηδες πλένουν ακόμα τα χέρια τους προτού φέρουν το κρέας στο τραπέζι.”

test

Η Ελλάδα ανήκει στη “δύση”, μας είχε πει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Μα τι σημαίνει αλήθεια αυτό; Απ ότι καταλαβαίνω, μάλλον σημαίνει ότι μετά την μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών του 1945, όπως και η “δύση”, έκανε ότι πέρναγε από το χέρι της για να συντηρήσει τους νικημένους φασίστες, έτσι ώστε να μπορεί η αστική τάξη της να τους χρησιμοποιεί για να κάνουν την βρωμοδουλειά της, όποτε παρουσιάστηκε η ανάγκη.

Και έτσι έγινε. Το ελληνικό κράτος τιμώρησε τον αντιφασιστικό αγώνα με διωγμούς, εξορίες, φυλακίσεις, βασανιστήρια, τρομοκρατία, καταστολή και φυσικά ομαδικές εκτελέσεις και σφαγές.

Δεν έμεινε όμως σε αυτό. Φρόντισε κατά την διαδικασία αυτή να ανταμείψει τα σκυλιά της άρχουσας τάξης. Τους έδωσε αξιώματα και ασυλία από την αστική δικαιοσύνη. Ακόμα και όταν βρέθηκαν στη θέση να έχουν εκτεθεί αρκετά, ώστε να μην είναι συμφέρον για την αστική τάξη το να μην τιμωρηθούν, φρόντισε η αστική δικαιοσύνη να επιδείξει την μέγιστη δυνατή επιείκεια.

Μετά ήρθε η μεταπολίτευση. Έπρεπε ακόμα και στην Ελλάδα να μετριάσουμε λίγο την βαρβαρότητα. Οπότε βάλαμε τον φασισμό κάτω από το χαλί. Φυλακίσαμε για λίγο τους δικτάτορες μας και ένα δυο τσιράκια τους, τα βρήκαμε και σαν κράτος με την αριστερά. Όλα φαίνονταν να πηγαίνουν καλά. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι παρατήσαμε τον φασισμό. Αντιθέτως τον μετατρέψαμε σε ποπ πολιτική κουλτούρα και τον καλλιεργήσαμε στις καρδιές του πληθυσμού μας. Είπαμε μερικά τσιτάτα όπως, “η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες”, δεχτήκαμε συμπαντικές αλήθειες όπως ότι “όλοι οι πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι” ή “ίδιοι”, ότι “η χούντα έκανε δρόμους”, ότι “μετά τη χούντα η Ελλάδα βγήκε χωρίς μια δραχμή χρέος”, ότι “όλοι μας ζηλεύουν για τη γεωγραφική μας θέση, αλλά και για το ελληνικό μας γονίδιο γαματοσύνης” και σε γενικές γραμμές καλλιεργηθήκαμε στα χρόνια των παχιών αγελάδων, όταν “ο Αντρέας μοίραζε ψωμί”. Όλα τα καλά πράγματα όμως φτάνουν στο τέλος τους.

Ο καπιταλισμός άρχισε για άλλη μια φορά να παίρνει την κάτω βόλτα, τα πρώτα χρόνια σταδιακά και με ρυθμό που δεν προκαλούσε και πολλή ανησυχία στον πολύ πληθυσμό. Καλά μπορεί να τριπλασιάστηκαν οι τιμές μέσα σε μία νύχτα όταν μας μπήκε το ευρώ, αλλά δεν ίδρωσε το αυτί μας. Μπορεί και να χάσαμε περιουσίες όταν τζογάραμε στο χρηματιστήριο, αλλά και πάλι δεν ίδρωσε το αυτί μας. Εντάξει ήταν και οι λαθραίοι άνθρωποι που μας τραβούσαν κάτω, τι να κάνεις; Όταν όμως η “δύση” έκανε μια απότομη βουτιά και έπρεπε κάποιος να πληρώσει τα σπασμένα, όπως γίνεται συνήθως σε συμμορίες μαφιόζων (βλέπε Ε.Ε.), την πληρώνει ο πιο αδύναμος (ή ο πιο μαλάκας, διαλέξτε εσείς τι είμαστε).

Τα χρόνια παιδείας που εξασφαλίσαμε όμως, όταν οι αγελάδες ήταν παχιές, άμεσα μας έδωσαν τα αναγκαία αντανακλαστικά για να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση. Όταν λοιπόν άρχισαν να σφίγγουν επαρκώς οι κώλοι βγήκαμε (χωρίς καμία προσπάθεια εξέτασης των λόγων που φτάσαμε σε αυτή την κατάσταση), να ακολουθήσουμε διάφορα καλέσματα πολιτικά θολής προέλευσης και να χτυπήσουμε τα κατσαρόλια μας στο σύνταγμα. Χωρίς κόμματα και ταμπέλες. Έτσι επανάσταση χωρίς στόχευση, χωρίς κατάφαση. Στην πορεία ριζοσπαστικοποιηθήκαμε (sic) και αρχίσαμε και να μουτζώνουμε την βουλή, να γκαρίζουμε ποδοσφαιρικού τύπου συνθηματάκια και να θαυμάζουμε τα γεροδεμένα παιδιά που ντύνονται σαν καρναβάλια στην γεμάτη κόσμο πλατεία. Όλα αυτά πάντα μετά τις 6-7 το απόγευμα. Μην κακοκαρδίσουμε και τον εργοδότη μας. Την βουλή θα την καίγαμε μεν, αλλά από τη δουλειά μην λείψουμε καμιά μέρα, μπορεί να μας τιμωρήσει το αφεντικό.

Αφού οι μούντζες δεν έπιασαν τόπο και αποφασίσαμε ότι είμαστε αρκετά μπουχέσες ώστε αν φάμε κανά χημικό, ή βρέξει καμιά μέρα, να πάμε κλαμένοι σπίτια μας, στύψαμε το επαναστατικό μυαλουδάκι μας και καταλήξαμε (δικαίως μάλλον) στο ότι μπορούμε να κάνουμε αναλόγου επιπέδου επανάσταση και από τον καναπέ. Αρκούσε να βάλουμε τα γεροδεμένα παιδιά που είδαμε στις πλατείες και κάτι μας θύμιζαν, κάτι από τα παλιά, μέσα στη βουλή. Θα βαρούσαν δυο σφαλιάρες στους διεφθαρμένους πολιτικούς μας και αυτό στο μυαλό μας ήταν λύση. Τουλάχιστον αυτό μας έλεγε η τηλεόραση. Όταν δεν μας καλούσε σε κυνήγι μαγισσών για οροθετικές ή για κάποια άλλη κοινωνικά ευπαθή ομάδα.

Ο Μάρξ χρησιμοποιεί τον Χέγκελ στην ’18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Ναπολέοντα’ για να πει:

“Ο Χέγκελ λέει κάπου ότι όλα τα γεγονότα και οι προσωπικότητες της ιστορίας επανεμφανίζονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ξέχασε να προσθέσει: την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα.”

Στην δική μας περίπτωση όμως τα πρόσωπα για τα οποία μιλάμε δεν είναι η επανάληψη του παρελθόντος. Είναι η απευθείας και αδιάκοπη συνέχισή του. Είναι οι συνεχιστές των δοσίλογων και των ταγματασφαλιτών, που ορκίστηκαν στον Χίτλερ, που έγιναν χίτες, που σκότωσαν αντιστασιακούς, που έγιναν παρακρατικοί δολοφόνοι, που έγιναν χούντα, που έγιναν ΕΠΕΝ και που έφτασαν σε μας με την σημερινή τους μορφή. Ο φασισμός από αυτή την χώρα δεν έφυγε ποτέ. Η τραγωδία είναι διαχρονική και η φάρσα ακόμα περιμένει να έρθει.

Η συνέχεια αύριο…

Διαβάστε τη συνέχεια->

Advertisements

Πες τη γνώμη σου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s